Φτελιά

Βρίσκεται σε υψ. 1000μ. πλησίον του Δ.Δ. Αλεστίων, περιβάλλεται από πανύψηλες βουνοκορφές με υπέροχα και πυκνά δάση ελάτης, κέδρου, βελανιδιάς και φτελιάς, με τον ποταμό Τρικεριώτη να χύνεται στη λίμνη των Κρεμαστών , αποτελεί σπάνιας φυσικής ομορφιάς ορεινό τοπίο.

Στη Φτελιά μπορούμε να πάμε εκτός από Προυσό, Αγ. Βλαχέρνα, Αγαλιανό και από Χούνη Αιτωλοακαρνανίας, μια καταπληκτική διαδρομή με θέα τις ελατόφυτες βουνοκορφές να αντικατοπτρίζονται στα νερά τις λίμνης των Κρεμαστών.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

ΚΑΤΟΧΗ- ΜΟΝΟΔΕΝΔΡΙ ΛΑΚΩΝΙΑΣ 26-11-1943


ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 2 ΧΡΟΝΙΑ-ΔΟΜΝΙΣΤΑ Στην ομιλία του Μιχάλη Σταφυλά στην εκδήλωση «Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ» στη Δομνίστα Ευρυτανίας, μεταξύ άλλων αναφέρθηκε και η περίπτωση της Ελένης Τζιβανοπούλου, μιας μάνας από τη Σπάρτη, που μαζί με τους 117 ΕΑΜίτες που τους πήγαιναν για εκτέλεση ήταν και τα 4 παιδιά της. Εκλιπαρώντας να μην γίνουν οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς, οι δοσίλογοι την έβαλαν στο φοβερό δίλημμα να διαλέξει ένα από τα 4 παιδιά της που θα γλύτωνε την εκτέλεση. Μη μπορώντας να διαλέξει δεν διάλεξε κανένα, αλλά σάλεψε το μυαλό της .και για καιρό γύρναγε απελπισμένη στον τόπο της εκτέλεσης των τεσσάρων παιδιών της .Ο Σταύρος Ψιμογεράκης έγραψε ένα μεγάλο ποίημα από το οποίο παρατίθεται ένα μόνο κομμάτι, στο οποίο δίνεται και η απάντηση της μάνας, όταν τη ρωτούσαν το γιατί. Στην εκδήλωση το ποίημα απήγγειλε η ηθοποιός Άννα Πολυτίμου Παπακωνσταντίνου:

Για τούτο πήρα τα βουνά
Ματάκια μου και φως μου
Γιατί έχασα το είναι μου
Και τα συλλογικά

Τους έπεσα γονατιστή
Τους φίλησα τα πόδια
Από τα τέσσερα παιδιά
Ν ΄αφήσουνε το ένα
Και οι προδότες μου είπανε
Έμπα και διάλεξέτο

Πια σκύλα μάνα είν αυτή
Που τα παιδιά διαλέγει
Να κανει βήμα στο σωρό
Να μπει και να διαλέξει
ποιόνε νάφήσω στο σωρό
Και ποιόν να διαφεντέψω
Το πρωτοπαίδι η το στερνό
Το δεύτερο η το τρίτο
Που όλα και τα τέσσερα
Καρδιά μου είναι αίμα

Όρος βαρύς όρος σκληρός
Μπροστά γκρεμός βαθύς γκρεμός
Φαράγκι από ξοπίσω
Ποιόνε νάφήσω στη σφαγή
Και ποιόνε να κρατήσω

Δεν είναι γλέντι η ζωή
Κι ο θάνατος παιχνίδι
Η τρέλα τα συλλοϊκά
Τρυπάει σα μαύρο φίδι
Σαν πικραμένη Παναγιά
Τάψήλου ορθώνω το κορμί
Και στους προδότες λέω

Εγώ μωρέ δεν ξεδιαλέω
Πάρτε τους και τους τέσσερους
Χαλάλι της πατρίδας μας
Της λευτεριάς της ακριβής
Να γίνουν ηλιαχτίδα

Τάηδόνια εκεί βουβάθηκαν
δεν κελαηδούν στο ρέμα
βαφτηκε ο ήλιος κόκκινος
έγινε ο ήλιος αίμα.

Η επιτύμβια στήλη περιλαμβάνει τα 120 ονόματα των εκτελεσθέντων, μεταξύ των οποίων και τα 4 αδέλφια Τζιβανόπουλοι (Δημοσθένης, Ιωάννης, Σωκράτης, Παρασκευάς).

Τη δραματική εκείνη στιγμή η δόξα άγγιζε το πρόσωπο ενός άλλου ήρωα. Το γλυκό πρόσωπο του αθάνατου Χρήστου Καρβούνη.Μεγάλη μορφή αυτοθυσίας και πατριωτισμού αποτελεί η εκτέλεση του γιατρού Χρήστου Καρβούνη στο Μονοδέντρι μαζί με 117 άλλους πατριώτες από τους Γερμανούς στις 26-11-1943 που γεννήθηκε στην Αράχωβα και σπούδασε στη Γερμανία.

Γιατρός εξαίρετος, σπουδαγμένος στη Γερμανία, που έδινε στους αρρώστους του ζωή απ τη ζωή του... σκέφτηκε μέσα στην ασύλληπτη τραγικότητα του μακελειού ότι ανάμεσα στους 117 ήταν παιδιά ανήλικα, τέσσερα αδέλφια από μια οικογένεια (Τζιβανόπουλοι) και τρία από δύο άλλες (Αλεμαγκίδη και Κεχαγιά).
Παρακάλεσε τους Γερμανούς να μη σκοτώσουν τα ανήλικα παιδιά... Το μόνο που γινότανε του απάντησαν, ήτανε να γλιτώσει ο ίδιος... Τους έβρισε... Εκείνος, όμως, διάλεξε τον δοξασμένο θάνατο. Τον γάζωσαν με λύσσα οι Γερμανοί και έτσι δεν έμεινε πια όρθιος ούτε ένας».
Ανάμεσα στους ήρωες που έπεσαν για τη λευτεριά ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας Σπάρτης (Α. Ζερβομπεάκος), δικηγόροι (Φικιώρης, Σάλμας, Αλεμαγκίδης, Θεοφίλης), καθηγητές (Χίος, Παπαδάκος, Κουτρουμάνος), δημοσιογράφοι (Τριήρης, Γκουζούλης), πατεράδες και γιοι (Τζιβανόπουλος, Αλεμαγγίδης, Ανδριτσάκηες, Παπαστάθης, Σταυράκος...), επαγγελματίες, άνθρωποι του μόχθου, τσοπάνηδες, αλλά και μία γυναίκα (Βασιλική Μαρινάκη). Κάθε σπίτι και νεκρός...

Η Ιωάννα Τσάτσου στο ημερολόγιό της



Αντιγράφω πάλι από τη Ημερολόγιό μου:


27 Νοέμβρη 1943


Όλη τη νύχτα κατακλυσμός η βροχή, δεν μ’ άφηνε να κοιμηθώ. Μα το πρωί άνοιξα το παράθυρο στην πιο λαμπρή χειμωνιάτικη μέρα. Η γη ήταν πλυμένη, πεντακάθαρη. Ο ήλιος φωτεινός και ζεστός, σαν ήλιος Αυγούστου. Χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσα η ίδια το ακουστικό και άκουσα την είδηση:


“Στη Σπάρτη, στο Μονοδένδρι τουφέκισαν χτες οι Γερμανοί εκατόν δέκα εφτά, όλο τον ανθό της πόλης και μέσα σ’ αυτούς το Χρήστο Καρβούνη”. Έμεινα σαν απολιθωμένη. Δεν καταλάβαινα. Δεν ήθελα να καταλάβω. Ο άνθρωπος ξαναείπε τα ίδια λόγια, τον ακούω ακόμα. Χτες το πρωί στο Μονοδένδρι τουφέκισαν εκατόν δέκα εφτά. Τέσσερα παιδιά του Τζιβανόπουλου και τον γιατρό Καρβούνη. Κάθε σπίτι κι ένας νεκρός. Όλη η Σπάρτη μοιρολογάει. Αν είχε καεί ολόκληρη, θάταν λιγότερο το κακό.

-Μα γιατί; μπόρεσα να ρωτήσω.

-Σκότωσαν ένα γερμανό στρατιώτη στο Μονοδένδρι, μου είπε πάλι ο άνθρωπος από την άλλη μεριά του ακουστικού.

Πήγα στο γραφείο για την ημερήσια δουλειά. Σαν αυτόματο άκουα τα προβλήματα του κόσμου. Και το πρωί, και τώρα το βράδυ, μια σκέψη είναι πάντα εκεί και δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω:

“Ο Χρήστος Καρβούνης δεν θα δει ζωντανός ελεύθερη την Ελλάδα”. Αυτή η μεγάλη του λαχτάρα που τον έκανε να κινεί γη και ουρανό, να ζει και να πεθαίνει κάθε στιγμή, βούλιαζε μες στο χάος των ανεκπλήρωτων.

Προσπαθώ να θυμηθώ το Μονοδένδρι. Είχα περάσει από κει πηγαίνοντας προς τη Σπάρτη. Με είχαν ζαλίσει οι γυμνές κορδέλλες.

28 Νοέμβρη 1943

Ήρθε κάποιος από τη Σπάρτη. Τον άκουσα ώρες να μιλάει για τον θάνατο του Ανθρώπου. Οι θρύλοι γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Τούτο όμως είναι ιστορία. Οι Γερμανοί την τελευταία στιγμή σεβάστηκαν τον εξαιρετικό επιστήμονα και τούδωσαν χάρη. Ο Καρβούνης παρακάλεσε να δοθεί η δική του χάρη σ’ ένα από τους τέσσερις Τζιβανόπουλους. Να μη κλάψει η μάνα τέσσερις γιους μαζί. (Για πολύ καιρό η κυρία Τζιβανοπούλου έστρωνε το πρωί τα κρεβάτια των γιων της και τα ξέστρωνε το βράδυ). Ο γερμανός αρνήθηκε. Τότε ο Καρβούνης επαναστάτησε.

-Είστε ένας λαός βάρβαρος, είπε στον αξιωματικό, σε τέλεια γερμανικά. Ντρέπομαι που σπατάλησα οχτώ χρόνια στον τόπο σας. Οχτώ χρόνια πεταμένα, χαμένα.

Ο γερμανός θύμωσε, κοκκίνισε και με όλη τη δύναμή του τον χτύπησε με το κοντάκι του όπλου του.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΑΤΣΟΥ “ΚΥΔΑΘΗΝΑΙΩΝ 9″ Εκδόσεις ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ / ΕΥΘΥΝΗ


 

2 σχόλια:

  1. Άννα Χ. Τσάκωνα26 Οκτωβρίου 2014 - 9:41 π.μ.

    Σαν συγγενής της οικογένειας Τζιβανόπουλου θα ήθελα να σας επισημάνω ότι η μητέρα λεγόταν Κανελιώ κι όχι Ελένη και όχι μόνο δεν τρελάθηκε αλλά μέχρι τον θάνατό της, το 1968, αναζητούσε δικαίωση για τα παιδιά της. Δηλαδή να μάθει ποιος και γιατί υπέδειξε τα παιδιά της στο γερμανό διοικητή. Υπάρχει η υπόνοια ότι πρόλαβε και σήκωσε την κουκούλα του πληροφοριοδότη την ώρα της σύλληψης των παιδιών...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστούμε κυρία Τσάκωνα για την διευκρίνηση και την συμπλήρωση.Τα γεγονότα αυτά αποτελούν κομμάτι της ιστορίας μας και είναι σημαντικό το σχόλιό σας, πολύ περισσότερο που προέρχεται από το περιβάλλον της ηρωικής και μαρτυρικής οικογένειας.

      Διαγραφή