Φτελιά

Βρίσκεται σε υψ. 1000μ. πλησίον του Δ.Δ. Αλεστίων, περιβάλλεται από πανύψηλες βουνοκορφές με υπέροχα και πυκνά δάση ελάτης, κέδρου, βελανιδιάς και φτελιάς, με τον ποταμό Τρικεριώτη να χύνεται στη λίμνη των Κρεμαστών , αποτελεί σπάνιας φυσικής ομορφιάς ορεινό τοπίο.

Στη Φτελιά μπορούμε να πάμε εκτός από Προυσό, Αγ. Βλαχέρνα, Αγαλιανό και από Χούνη Αιτωλοακαρνανίας, μια καταπληκτική διαδρομή με θέα τις ελατόφυτες βουνοκορφές να αντικατοπτρίζονται στα νερά τις λίμνης των Κρεμαστών.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Μπάμπης Τσέλος ο εκ Βράχας προερχόμενος πολυτάλαντος Ευρυτάνας!!!

Πέρα από το ταλέντο της ζωγραφικής ο Μπάμπης Τσέλος διακρίθηκε σε δύο διαγωνισμούς ποίησης.

α)Βραβείο 1ου Διεθνούς Διαγωνισμού ποίησης ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ Unesco Ζάκυνθος Κεφαλλονιά Ιθάκη.

β)3ο Βραβείο ποίησης της Εταιρείας Τεχνών Επιστημών και Πολιτισμού Κερατσινίου  2016.

Παραθέτω τα δύο ποιήματα του Μπάμπη Τσέλου και τον συγχαίρουμε.


              Στο Διονύσιο Σολωμό

Σκαλί σκαλί κι ατέλειωτα εσμίλεψες  τη γλώσσα,
πύκνωσες πάνω στο χαρτί, το αίμα σου  σε στίχο.
Σχεδίασες απ' το μηδέν, χωρίς νάχεις μελάνη,
με  τη γραφίδα  έσκαψες τα χρώματα του λόγου,
έψαξες την απόχρωση,  τον τόνο, το ρυθμό του.
Σε γέννησε το ανώνυμο τραγούδι του λαού μας,
όταν το κάθε τέκνο του με του σπαθιού την κόψη,
τη λευτεριά του πότιζε, την  κέρδιζε  με αίμα.
Με το φτερό ελευθέρωσες τους πολιορκημένους,
με δάκρυ  επροσκύνησες το ένδοξο Αλωνάκι.
Πρώτος τα στήθη εχτύπησες  στου Μπάυρον το κιβούρι
και το χαμό  εθρήνησες, στου Μπότσαρη το μνήμα.
Ελπίδα, που την κοίταξε κατάματα εκείνη,
που ερχότανε γονατιστή στην πόρτα σου, στο Τζάντε.
Μπρος στην Ελλάδα στέκομαι κι ακούω τη φωνή σου.
Φωνάζει για τη Λευτεριά, ζητά Δικαιοσύνη.
Ευγενικέ  μου ποιητή, καρδιά “σπαρμένη μάγια”,
“καλέ κι αγαπημένε” μας, τα σπλάχνα μας τραντάζεις.
Ω! Κρητική μου λεβεντιά και πύργε από τη Μάνη.
Ω! Άνθος του  Λεβάντε μας και φιόρε της Κρεμόνα.
Ω! Φως καταμεσήμερου και ξάστερη νυχτιά μου.
“Σπυρί “της μάνας, που καλεί το μικρολούλουδό της.
Ω! Λυρική κολώνα μου. Ω! Δάσκαλε του στίχου.
Διαμάντι του Ελληνισμού και δόξα της Ελλάδας.

                                Μπάμπης Τσέλος 
............................................................................................................


             Μαύρα πανιά

Μαύρα πανιά ξεχάστηκαν και πήρες τ' όνομά σου.

Ηφαίστεια κι εγκέλαδοι τους κάβους σου σμιλέψαν.

Του Ποσειδώνα αίγες λευκές, της τρίαινας του χτύπος

σε κάθε κάβο σου σφυριά, σε κάθε όρμο χάδι.

Κι αφού τη δόξα γεύτηκες κι έγραψες ιστορία

στου Ομήρου τα παράλια, στου Πλάτωνα την πόλη

στης Σαντορίνης τον σοβά, στην παριανή την πέτρα

ένωσες τ' ακρωτήρια με όλους σου τους κόλπους

τα πλοία ελευθέρωσες απ' τα στενά λιμάνια

υκι άσπρα πανιά ταξίδευαν στα γαλανά νερά σου.

Σκληρό το φως Αιγαίο μου, μα πιο σκληρή η σκιά σου.

Σε μια σελίδα πέλαγος μαυρίζουν τα πανιά σου

καθώς μέσα στα κύματα κουφάρια αρμενίζουν.

Εκεί στο ηλιοβασίλεμα, που όμοιο δεν υπήρχε

ενώνονται τα αίματα με όλα τα χρώματά σου.

Βουλιάζουν σαπιοκάραβα στο φόντο του αρμενίζουν

και μες στην άμμο την πλατιά παιδιά γονατισμένα

σε σέ σκορπίσαν τα φτερά και λιώσαν τα κεριά τους.

Κι όλο χάνεται ο ήλιος μας και σβήνεται το φως σου.

Γαλήνεψε αρχιπέλαγος το κύμα στο νερό σου.

                                                                                       Μπάμπης Τσέλος

Καλό ταξίδι Μπαρμπαστάθη , θα ζεις στις καρδιές μας !!!

Έφυγε από τη ζωή ο Στάθης Ζαχαράκης σε ηλικία 94 ετών.                                                                      Γεννήθηκε στο νέο Αργύρι Ευρυτανίας όπου τελείωσε το Δημοτικό σχολείο.                                              Ακάματος εργάτης του πνεύματος έφτασε να δώσει  ώριμα έργα, μεστά από την πείρα της ζωής με προσωπικό ύφος.                                                                                                                                    Γνήσια δημώδης η  ποίησή του, θυμίζει τα "Ψηλά Βουνά" του κορυφαίου της λογοτεχνίας  Ζαχαρία Παπαντωνίου.                                                                                                                                         Το 1983 κυκλοφόρησε το βιβλίο  "Η φλογέρα του Ασπροποτά μου", ακολούθησαν οι "Ιστορίες  καιτραγούδια του χωριού", "  Οι οικογενειακές μου ρίζες", "Της ψυχής και του τόπου καινούριεςαντιλαλιές" αφιερωμένο στον Ολυμπιονίκη εγγονό του Χρήστο Ταμπαξή,  "Περάστε μου τα ...Βραχιόλια" αφιερωμένο σ΄αυτούς που αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για τη Δημοκρατία.        Όργανώθηκε στο ΕΑΜ,στην ΕΠΟΝ και έλαβε μέρος  στην Εθνική Αντίσταση με τον ΕΛΑΣ. Με την απελευθέρωση  επέστρεψε στο χωριό του το 1945και υπέστη διάφορες διώξεις, όπως και πολλοί άλλοι χωριανοί του , από τους "εθνικόφρονες" της γύρω περιοχής.                                                          Η τελευταία πράξη στις 4,30 σήμερα στο Νεκροταφείο του Βύρωνα.



Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015


                                                                                                                                                                                    Τη Μ. Παρασκευή  και του Λαζάρου, είχαμε έθιμο στο χωριό μας, το μοιρολόγι. Αλλά και στα γειτονικά χωριά μας, Αλέστια ,Ηρκίστα, Αγαλιανό, Χούνη, Ψηλόβραχο, Αγία Τριάδα, το ίδιο έθιμο επικρατούσε.                    


Εμείς δεν λέγαμε κάλαντα στις γιορτές των Χριστουγέννων και εφόσον δεν λέγανε και οι παλαιότεροι, δεν τα γνωρίζαμε. Τότε δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο και όπως ήταν κλειστές και          απομονωμένες κοινωνίες , δύσκολα άλλαζαν οι συνήθειες και τα έθιμα. Ένας δάσκαλος προσπάθησε στ’ Αλέστια να    καθιερώσει τα κάλαντα των Χριστουγέννων,
(αν θυμάμαι καλά ο Λατσούδας) και για πρώτη φορά στολίσαμε και δέντρο στο σχολείο.
Είχε φέρει χριστουγεννιάτικα στολίδια και είχαμε εντυπωσιαστεί με το στολισμένο ελατάκι.
Απ΄ όσο θυμάμαι είπαν τα παιδιά στ’Αλέστια εκείνη τη χρονιά τα κάλαντα, αλλά δεν υπήρχε συνέχεια.
Ίσως οι καιρικές συνθήκες να έπαιξαν ρόλο στη μη επικράτηση του εθίμου γενικότερα, αφού τα χιόνια παλιότερα ξεκίναγαν του Αγίου Νικολάου και πολλές φορές και μέχρι το Λαμπρή μας συντρόφευαν με ελάχιστα διαλείμματα. Έπεφτε δε αρκετό, πολλές φορές και πάνω από 2 μέτρα.
Τα ορεινά χωριά μας διαμόρφωσαν το δικό τους έθιμο, όπως και πολλά άλλα έθιμα των χωριών μας διαφέρουν από άλλες περιοχές της Ερυτανίας.
Του Λαζάρου στολίζαμε ένα καλάθι με διάφορα λουλούδια και λέγαμε ‘’ το Λάζαρο’’ .

Τη μεγάλη Παρασκευή τυλίγαμε το καλάθι με ένα μαύρο πανί και τοποθετούσαμε επάνω ένα αυτοσχέδιο ξύλινο σταυρό . Πάντα ήμασταν δύο παιδιά και μας αποκαλούσαν «Λαζαρούδια».
Όταν το πρόγραμμα περιλάμβανε ""να τα πούμε"" και σε κάποιο γειτονικό χωριό ( συνήθως λόγω των μεγάλων αποστάσεων περιοριζόμαστε σε ένα από τα άλλα χωριά), έπρεπε να φύγουμε νωρίς το πρωί ( μπουνώρα ) για να επιστρέψουμε στο χωριό μας, να τα πούμε κι εκεί.
                                                                                                                                                     


Το καλάθι της Μ. Παρασκευής-σκίτσο Β. Σιορόκος

Πολλές φορές μας έδιναν από μία κουταλιά ζάχαρη η και καρύδια , γιατί δεν υπήρχαν αυγά η           χρήματα. Τα χρήματα που μαζεύαμε ήταν λίγα.
 Δεν τα λέγαμε παραμονή , του Λαζάρου και της Μ. Παρασκευής, αλλά αυθημερόν.
Η Μ. Παρασκευή ήταν  πένθιμη μέρα, και το μοιρολόγι που λέγαμε ήταν:
« Σήμερα μαύρος ουρανός σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό των πάντων Βασιλέα.     
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
Να λάβει Δείπνο Μυστικό να τον συλλάβουν όλοι.        
Και η Παναγία η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
Τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της
Φωνή της ήρθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
Πάψε κυράμ’ τις προσευχές, πάψε και τις μετάνοιες
Το γιο σου τον επιάσανε και στον χαλκιά τον πάνε
Και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τυραννάνε.
Χαλκιά, χαλκιά φκιάξε καρφιά φκιάξε τρία περόνια
Κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε
Εσύ χαλκιά που τα φκιαξες πρέπει να μας διατάξεις.
Βάλτε τα δυο στα πόδια Του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια
Το πέμπτο το φαρμακερό μπήξτε το στην καρδιά Του
Να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά Του.
Η Παναγία σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε τρία κανάτια μούσχο.
για να της έρθει ο λογισμός, για να της έρθει ο νους Της.
Όταν της ήρθε ο λογισμός όταν της ήρθε ο νούς Της.
Ζητά μαχαίρι να σφαγεί φωτιά να πάει να πέσει.
Ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή Της
.Η Μάρθα κι Μαγδαληνή και του Ιακώβ η μάνα.
Και του Λαζάρου η αδελφή και οι τέσσερις αντάμα.
Πήραν ένα στρατί – στρατί – στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τσ’ έβγαλε εις του ληστού την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Κοιτά δεξιά κοιτά ζερβά κανέναν δεν γνωρίζει
Κοιτά και δεξιότερα βλέπει τον Αι – Γιάννη.
Αφέντη Αι – Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιού μου.
Μην είδες τόνι γιόκα μου και συ το διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω.
Δεν έχω χειροπάλαμο για να σου τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνο το γυμνό τον παραπονεμένο.
Όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο.
Όπου φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι.
 Εκείνοςείναι ο γιόκας σου και εμένα ο διδάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον ερωτάει.
Δε μου μιλάς παιδάκι μου δε μου μιλάς παιδί μου.
Τι να σου πω μανούλα μου τι να σου μολογήσω
Το Μέγα Σάββατo αργά μετά το μεσονύχτι
που θα λαλήσει ο πετεινός και θα κτυπούν καμπάνες
Tότε και εσύ μανούλα μου θα έχεις χαρές μεγάλες.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015